Ο Ζάκης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1931, ήδη όμως πριν από τον πόλεμο η οικογένειά του είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα. Πατέρας του ήταν ο Λέων με καταγωγή από τα Γιάννενα, και μητέρα του, η Σαρίνα, το γένος Σαμουήλ, από τα Τρίκαλα. Είχε δύο ακόμη μικρότερα αδέρφια, τη Χρυσούλα και τον Μωρίς. Μετά την έναρξη των αντιεβραϊκών μέτρων στην Αθήνα, ο πατέρας του αποφάσισε να φύγουν από την Αθήνα για τις περιοχές της Ελεύθερης Ελλάδας που ελέγχονταν από τους αντάρτες. Στην προσπάθεια τους να βρουν ασφαλές καταφύγιο περιπλανήθηκαν σε διάφορους οικισμούς, στους Σοφάδες, το Σμόκοβο, την Καρδίτσα, αλλά τελικά κρύφτηκαν μέσα στην πόλη του Βόλου. Η απελευθέρωση τους βρήκε στον Αλμυρό Βόλου. Μεταπολεμικά, η οικογένεια εγκαταστάθηκε και πάλι στην Αθήνα. Το 1953 ο Ζάκης παντρεύτηκε την Άστρω (Μπέκη), Μπατή, με την οποία απέκτησε δύο κόρες. Απεβίωσε το 2018.

Η συνέντευξη έγινε το 2015 στο σπίτι του στην Αθήνα από τον Ιάσονα Χανδρινό.

Απόσπασμα της συνέντευξης:

«Ελεύθερη Ελλάδα»

Και σε ένα από κεινα τα γκαζοζέν της εποχής, 22 άνθρωποι μπήκαμε και πηγαίναμε στην Καρδίτσα, εκεί που ήταν η Ελεύθερη Ελλάδα και εκεί δεν κινδυνεύαμε. Πού αλλού θα λέγαμε πως είμαστε Εβραίοι […] Εκεί θα ζούσαμε ελεύθεροι. Εμείς δεν είμαστε πλούσια οικογένεια. Ο πατέρας μου είχε κάνει, έτσι δύο-τρία μεγάλα πακέτα που έβαλε μέσα τα υφάσματα και τα οποία είχανε πέραση εκείνη την εποχή. Και θα μπορούσαμε, να ζήσουμε. […] 7 οκάδες στάρι, ένας πήχης ύφασμα. Αυτό ήταν πολύ χρήσιμο.

Γερμανικός έλεγχος 

Όταν μπήκαμε στο λεωφορείο, δεν ξέραμε ο ένας τον άλλο. Μας είπε ο ένας, ο Αποστόλης, που ήταν ο οδηγός, […] εσείς θα καθίσετε μπροστά. Ούτε ξέραμε γιατί ούτε τίποτα. Εμείς νομίζαμε ότι μας έβαλε σαν καλύτερα γιατί μιλούσαμε πολύ καλά ελληνικά. Προχωρώντας […] στην Ελευσίνα είχε μεγάλο μπλόκο γερμανικό […] [Μας είχαν βγάλει ψεύτικες] ταυτότητες. Εμένα με λέγανε Γιαννάκη. Από Χατζής γίναμε Χατζιδάκης. Μπήκαν λοιπόν να κάνουν έλεγχο κι όπως κάναν έλεγχο και στους είκοσι δύο. Εγώ φαίνεται έβαλα τα κλάματα. Ο Γκεσταπίτης δεν πολυσκάλισε το πράγμα, μας κοίταξε, με χάιδεψε λίγο στο πρόσωπο τότε έβαλα [κι άλλο] τα κλάματα. [Ο γκεσταπίτης] πέταξε τις [ψεύτικες] ταυτότητες, ό,τι μας είχε πάρει […] και είπε προχωρήστε. Από εκεί και πέρα ήταν εύκολα τα πράγματα. Πολύ πιο εύκολα. Γινόντουσαν μπλόκα, αλλά τους έδινε μια κούτα από τσιγάρα. Ιταλοί ήταν μετά. Περνάγαμε, δε βαριέσαι.

 

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή