Με τον πολέμο του 1941 και τους βομβαρδισμούς της Θεσσαλονίκης, η οικογένεια της Υβέτ Μπέζα αποφάσισε να μετακινηθεί στη Βυζίτσα του Πηλίου, όπου θα ήταν ασφαλέστερη. Για ένα διάστημα έζησαν σχετικά ξένοιαστα εκεί, ενώ ο πατέρας τους, Μωΰς, πηγαινοερχόταν στη Θεσσαλονίκη για δουλειές. Κάποια φορά όμως δε γύρισε: πιάστηκε όμηρος από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στο Επταπύργιο.

Αμέσως η οικογένεια επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Τα διαβήματα της μητέρας τους, Σαρίνας, στην Κομμαντατούρ με επιστολές από Γερμανικά εργοστάσια που βεβαίωναν ότι ο Μωϋς Μπέζα ήταν καλός τους πελάτης, έφεραν αποτέλεσμα. Ύστερα από ενενήντα τρεις ημέρες κρατήσεως, ο πατέρας τους αφέθηκε ελεύθερος, Στα παιδιά έφερε δωράκια από τα ταξίδια του. Στο Σαμπετάϊ τον αδελφό της Υβέτ, που τον φώναζαν Μίμη , «ένα φιδάκι φτιαγμένο από τους βαρυποινίτες , χειροτεχνία με χάντρες κεντημένες που έγραφε «Μίμης Μπέζα 1941». Σε εκείνη «ένα τσαντάκι ίδιας προελεύσεως που έγραφε Βιβή Μπέζα 1941», έτσι την φώναζαν όταν ήταν μικρή.

Η μικρή Υβέτ πήγαινε τότε στη Δευτέρα Δημοτικού. Θυμάται ακόμη την πρώτη μέρα που πήγε στο σχολείο με την «κονκάρδα». Το κίτρινο άστρο του Δαυίδ, που έπρεπε με διαταγή των Γερμανών να φορέσουν οι Εβραίοι της πόλης. «Νομίζω ότι το φόρεσα χωρίς να εντυπωσιαστώ. Όμως είχα ένα συμμαθητή και φίλο, τον Μάριο Καράσσο, ο οποίος ντρεπόταν να μπει στην τάξη, τα μεγάλα του μαύρα μάτια ήταν βουρκωμένα […]. «Μην ντρέπεσαι παιδί μου δεν είναι ντροπή να είσαι Εβραίος» του είπε η καλή τους δασκάλα και τον έβαλε να κάτσει στο θρανίο του και συνέχισε το μάθημα σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Στις Απόκριες μια γειτόνισσά τους την έβγαλε κρυφά από το γκέττο για να παίξει με τ’ άλλα παιδιά. Ένας περαστικός Γερμανός έβγαλε μία φωτογραφία κι έδωσε από μία σε κάθε παιδί.

Μία πρώτη απόπειρα διαφυγής της οικογένειας προς την ιταλοκρατούμενη Λαμία απέτυχε. Λίγες ημέρες αργότερα χτύπησε την πόρτα τους ένας φίλος: «Ελάτε γρήγορα μαζί μου» τους είπε. «Το πρωΐ θα σας μαζέψουν».

«Φύγαμε μέσα στη νύχτα, όλο φόβο […] Ακόμα και τώρα νιώθω τους χτύπους της καρδιάς μου.» Έμειναν για δεκαπέντε ημέρες κρυμμένοι στη Θεσσαλονίκη με ψεύτικες ταυτότητες και ονόματα χριστιανικά.

Έπρεπε όμως να φύγουν από την πόλη. Από τη στιγμή εκείνη, άρχισε μία ατέρμονη περιπλάνηση που θα διαρκούσε για δύο περίπου χρόνια: Κοζάνη, Λάρισα, Αθήνα, Ιωάννινα, Δυρράχιο στην Αλβανία και από εκεί με πλοίο στην Ιταλία. Από την Ιταλία ένα υπερωκεάνιο τους μετέφερε μαζί με χιλιάδες στρατιώτες στην Αίγυπτο.

«Φτάσαμε στην Αλεξάνδρεια και από εκεί μας πήγαν σε στρατόπεδο προσφύγων στην έρημο του Σινά, στις πηγές του Μωϋσέως […]

Μέναμε σε αντίσκηνα. Τώρα πια δεν υπήρχε ο κίνδυνος των Γερμανών και ξαναποκτήσαμε τα αληθινά μας ονόματα στην Αίγυπτο. Έζησαν εκεί σε αντίσκηνα αλλά με τα πραγματικά τους ονόματα, για οκτώ μήνες. Στην Ελλάδα γύρισαν μετά την Απελευθέρωση.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή