Στις 9 Μαΐου 2005, έγιναν, στο Χώρο Σύγχρονης Τέχνης του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος, τα εγκαίνια της έκθεσης καλλιτεχνικής φωτογραφίας των Σαμουήλ Νεγρίν και του Ιωάννη Παναγάκου, με τίτλο «Οι Συναγωγές της Ελλάδας: Φως και Σκιές». Η έκθεση διήρκεσε έως την Άνοιξη του 2006.

Οι δύο φωτογράφοι, πριν από τέσσερα περίπου χρόνια, μοιράστηκαν με το Ε.Μ.Ε. τη σκέψη τους να συλλάβουν σε ασπρόμαυρο φιλμ εικόνες και λεπτομέρειες από όλες τις Συναγωγές της Ελλάδας στις οποίες θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση, είτε αυτές είναι σε λειτουργία είτε όχι.

Ξεκινώντας με αφορμή τη μεγάλη συναγωγή της Αθήνας, και έπειτα από μήνες περιηγήσεων στις άκρες της χώρας, οι δύο φίλοι επέστρεψαν με εκατοντάδες φωτογραφίες, από τις οποίες γεννήθηκε η ένατη έκθεση τέχνης του Μουσείου.

Οι φωτογραφίες αυτές δεν επιχειρούν μια ιστορική ή αρχιτεκτονική αποτύπωση. Οι δύο φωτογράφοι δεν επιχειρούν να περιγράψουν ή να αφηγηθούν κάτι. Αντίθετα, σκοπός τους είναι να συλλάβουν, με το φακό της μηχανής, την ατμόσφαιρα των χώρων τους οποίους προσεγγίζουν. Προερχόμενοι από δύο διαφορετικές θρησκευτικές παραδόσεις, οι δύο καλλιτέχνες παρατηρούν, διαισθάνονται και απαθανατίζουν την ιδιαίτερη αίσθηση που αποπνέουν οι χώροι γύρω τους, χώροι πίστης και λατρείας, οι οποίοι ακόμα και έρημοι, διατηρούν μια μυστική ακτινοβολία, που διαποτίζει τον επισκέπτη και αποτυπώνεται με μοναδική ευαισθησία από το φακό. Ακολουθώντας το διεισδυτικό βλέμμα των δύο φωτογράφων, ο θεατής καλείται σε μια ιδιωτική, προσωπική επίσκεψη τους χώρους λατρείας των Εβραίων της Ελλάδας.

Η φωτογραφική μηχανή αποκαλύπτει μυστικά σημεία, διερευνά γωνίες απαρατήρητες από το ανυποψίαστο μάτι, χαϊδεύει σκεύη φορτωμένα με μνήμες και συμβολισμό, στέκεται σιωπηλά μπροστά από ιερά αντικείμενα, ανακαλύπτει απλές και ξεχασμένες λεπτομέρειες, ψαύει τα ίχνη του χρόνου στα φθαρμένα στασίδια, στις πολυκαιρισμένες πέτρες. Ακολουθεί την πορεία του φωτός μέσα στα κτήρια, πάνω στους τοίχους και τα σκεύη, παρατηρεί το παιγνίδι του φωτός με τις μορφές των αντικειμένων.

Οι καλλιτέχνες επέλεξαν αυτόματα το ασπρόμαυρο φιλμ, το μόνο το οποίο μπορεί να αποδώσει, κατά την ομόφωνη άποψή τους, τη μυστικιστική αίσθηση που αποπνέουν αυτοί οι χώροι. Η απουσία της ανθρώπινης μορφής από κάθε εικόνα, κάθε κάδρο λειτουργεί καταλυτικά. Η επιλογή των δύο φωτογράφων να συλλάβουν τις συναγωγές ελεύθερες από την ανάσα της ανθρώπινης παρουσίας δίνει τον πρώτο λόγο στα αντικείμενα, αφήνει το χώρο να συνομιλήσει με το φως. Και είναι ακριβώς αυτός ο διάλογος του φωτός με τις επιφάνειες που κάνει την εικόνα να πάλλεται με μια ιδιαίτερη, αέρινη υφή ηρεμίας και ζεστασιάς, μεταδίδει με μοναδική ευστοχία και λεπτότητα την κατανυκτικότητα των χώρων. Τα αντικείμενα ελεύθερα, μόνα, μιλούν για το άγγιγμα, για την παρουσία των ανθρώπων που δεν είναι εκεί, και που – σε κάποιες συναγωγές – δε θα ξαναπεράσουν.