Η Σέλλυ Κοέν ήταν από τα λίγα παιδιά της Θεσσαλονίκης, που είδαν από το μπαλκόνι του σπιτιού τους, τους Γερμανούς να μπαίνουν κατακτητές στην πόλη που γεννήθηκε, στις 9 Απριλίου του 1941. Σύντομα, το μικρό κορίτσι θα εγκατέλειπε την ανέμελη παιδική ηλικία και τα παιχνίδια στο δρόμο, θα μάθαινε πως το όνομά της είχε αλλάξει σε «Καίτη Κωνσταντίνου» και μια Τετάρτη απόγευμα του Μαρτίου του 1943, θα αποχαιρετούσε τους γονείς, τον παππού και τις θείες της –που δεν θα τις ξαναέβλεπε ποτέ– για να επιβιβαστεί μόνη της, σε ένα τρένο με προορισμό τον θείο της τον Μανώλη στην Αθήνα. Με τα δικά της λόγια, αν για τους περισσότερους Εβραίους, το τρένο ήταν ο δρόμος για τον θάνατο, για εκείνη ήταν ο δρόμος για τη ζωή. Μετά από δύο μέρες και δυο νύχτες αγωνίας και πανικού, μην προδώσει το πραγματικό της όνομα, έφτασε στην πρωτεύουσα. Δεκαπέντε μέρες αργότερα, ήρθαν και οι γονείς της.

Τελικά, ο Σολομών, η Ρεγγίνα και η Σέλλυ Κοέν σώθηκαν χάρη στον έμπορο χαρτιού Κωνσταντίνο Κεφάλα, ο οποίος προσφέρθηκε να δώσει όσα χρήματα χρειαστούν για να κρυφτούν και τον πρόεδρο του Φαρμακευτικού Συλλόγου Αθηνών, Λάμπρο Καραμερτζάνη, ο οποίος είχε και επαφές με την Αντίσταση. Οι δύο άνδρες δεν ήταν τυχαίες περιπτώσεις αλληλέγγυων χριστιανών, καθώς βοηθούσαν ταυτόχρονα άλλες δύο εβραϊκές οικογένειες, τους Σιακκή και τους Άντζέλ. Μέχρι την Απελευθέρωση, οι Κοέν άλλαξαν 17 σπίτια για να ξεφύγουν από μύριους κινδύνους, όπως τους εκβιασμούς από Έλληνες πράκτορες της Γκεστάπο. Ένα από τα σπίτα αυτά ήταν και της Λέλας Καραγιάννη, της ηρωίδας της Αντίστασης, που εκτελέστηκε τον Σεπτέμβριο του 1944. Αναγκασμένη να βγαίνει για ψώνια και φορτισμένη από τους καθημερινούς κινδύνους, η Σέλλυ ένιωθε πως είχε μεγαλώσει απότομα. Η Απελευθέρωση, την οποία προανήγγειλαν τα αντιστασιακά χωνιά της Αθήνας, τη βρήκε να πανηγυρίζει. Η επιστροφή στην Θεσσαλονίκη ήταν η πρόκληση για το νέο ξεκίνημα. Και μια υπενθύμιση ότι τα παιχνίδια στο δρόμο με τα ξαδέλφια της αποτελούσαν πια μια γλυκόπικρη ανάμνηση.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή