Βιογραφικό:

Χάρτης της Θεσσαλονίκης.

Ο Μίμης Μπέζας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1931 από τον Μωύς και τη Σαρίνα, το γένος Μπαρούχ. Ο πατέρας του εμπορευόταν ποδήλατα και παράλληλα είχε ένα μικρό εργοστάσιο κατασκευής ανταλλακτικών. Η οικογένεια ζούσε στο κέντρο της πόλης. Αν και η οικογένεια παγιδεύτηκε στο γκέτο, κατάφερε να ξεφύγει λίγο πριν τον εκτοπισμό. Ωστόσο, η προσπάθειά τους να κρυφτούν τους υποχρέωσε σε μια μεγάλη περιπλάνηση με διαδοχικούς σταθμούς την Αθήνα, τα Γιάννενα, τα Τίρανα, την Ιταλία και τελικά την Αίγυπτο. Μετά την απελευθέρωση και τα Δεκεμβριανά, η οικογένεια επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη. Ο Μίμης Μπέζας συνέχισε τις σπουδές του και αργότερα αφοσιώθηκε στην οικογενειακή επιχείρηση. Από το 1963 ζούσε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 2019.

Απόσπασμα της συνέντευξης:

Διαφυγή από τη Θεσσαλονίκη

Η μητέρα μου είχε δηλώσει το εξής «εάν έρθουν οι Γερμανοί, για να μας πάρουν, εγώ δεν πάω στην Πολωνία. Θα πηδήξω από το μπαλκόνι». Ένα βράδυ […] κοιμόμασταν και χτυπάει η πόρτα. Μπαμ, μπαμ, μπαμ. Η μάνα μου σηκώνεται και φεύγει φισέκι για το μπαλκόνι. Της λέει ο πατέρας μου, να πέσεις άμα θες, αλλά περίμενε να δούμε ποιος είναι. […] Κι απαντάει μια φωνή από πίσω, «Cest moi. Gaspar Gasparian. Είμαι εγώ ο Γκασπάρ Γκασπαριάν». Πελάτης και φίλος του πατέρα μου. Του ανοίγει ο πατέρας μου. [Τον ρωτάει] τι συμβαίνει. [Απαντά] «αύριο το πρωί σας παίρνουν. Ελάτε να φύγετε.» […] Ο άγγελος του Θεού μας έβγαλε από του λύκου το στόμα.

Η ιστορία με το καΐκι

Τα μεσάνυχτα κατεβαίνουμε στην παραλία [της Χειμάρρας] κι ανεβαίνουμε όλοι στο καΐκι. Κι ενώ ετοιμαζόμαστε να φύγουμε, κατεβαίνουν οι αντάρτες οι βορειοηπειρώτες κι αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα. Λένε, δεν μπορείτε να φύγετε έτσι, θα πάρετε και μερικούς Ιταλούς, γιατί οι Ιταλοί στρατιώτες πλέον είχαν προσχωρήσει στο αντάρτικο το αλβανικό. […] Όλοι μιλούσαν ελληνικά. […] Το καΐκι ήταν αγορασμένο από μας. 25 Εβραίοι το πληρώσαμε. […] Μας υποχρεώνουν στο καΐκι αυτό που ήταν για 25 άτομα να βάλουμε κι άλλους εκατό Ιταλούς μέσα. Βάζουνε μπρος και ξεκινάμε. […] Το πρωί όταν ξημέρωσε, ο θείος ο Ισαάκ, ο οποίος κάτι ήξερε […] είπε «πού πάμε, εδώ είναι η Κέρκυρα» και αλλάζουμε ρότα και πάμε προς την άλλη πλευρά. […]στη μέση της Αδριατικής χαλάει η μηχανή. Πάμε να σηκώσουμε το πανί, σπάει το κατάρτι. Σάπιο το καΐκι που μας πουλήσανε οι αδερφοί μας οι Βορειοηπειρώτες. […] Το καΐκι να μπάζει νερά από παντού. Να αγκαλιαζόμαστε και να φιλιόμαστε και να λέμε τώρα θα πεθάνουμε,θα πνιγούμε εδώ πέρα μέσα στη θάλασσα που έχει σηκωθεί. […] Και τότε πάλι ο Θεός. Και τότε πέρασε από πάνω ένα αεροπλάνο. […] κουνάγαμε άσπρα μαντήλια στο αεροπλάνο. Δε μας ενδιέφερε τι, ιταλικό, γερμανικό. […] Να μας σώσουν. Πνιγόμασταν. Έτυχε να είναι αμερικάνικο. Δίνει σήμα. Βγαίνει καΐκι να μας μαζέψει και δίνει λάθος συντεταγμένες. Περνάει δεύτερη φορά. Ξανά πάλι μαντήλια. Ξαναδίνει συντεταγμένες και τις δίνει σωστές. Κι έρχεται ένα από εκείνα τα ναυαγοσωστικά. […] Μας παίρνει. Μας βάζουνε πάνω όλους. […] Και δέσαμε το καΐκι από πίσω. Μετά από τρία τέταρτα το καΐκι βούλιαξε. Και το σέρναμε βουλιαγμένο μέχρι το Μπρίντεζι.

 

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή