Στην οδό Τσιμισκή 35, στο κέντρο της προπολεμικής Θεσσαλονίκης κατοικούσε η οικογένεια του Χαϊμ και της Ευγενίας Πάρδο με τις τρεις κόρες τους, Λιλή, Ροζίνα και Ντενίζ. Ο πατέρας ήταν έμπορος και το μαγαζί του ήταν απέναντι από το σπίτι τους. Η ζωή τους μέχρι την κήρυξη του ελληνοιταλικού πολέμου κυλούσε ήσυχα. Ακόμα και όταν ξέσπασε ο πόλεμος λίγα πράγματα μόνο άλλαξαν. Ο φόβος από τους Ιταλικούς βομβαρδισμούς της περιοχής του λιμανιού ανάγκασε την οικογένεια να μετακομίσει προσωρινά σε μια μονοκατοικία της οδού Εδμόνδου Ροστάν.

Οι πρώτες ανησυχίες άρχισαν με την είσοδο των Γερμανών στην πόλη την ενάτη Απριλίου 1941, καθησυχάστηκαν όμως γρήγορα από την έντεχνη προπαγάνδα των κατακτητών και την αμφιλεγόμενη στάση της ηγεσίας της Ισραηλιτικής Κοινότητας. Αργότερα, η αναγκαστική συγκέντρωση όλων των Εβραίων της Θεσσαλονίκης σε γκέττο και οι «κονκάρδες», το κίτρινο άστρο, δεν προμήνυαν τίποτα καλό. Όταν οι χειρότεροι φόβοι επιβεβαιώθηκαν και ξεκίνησαν οι πρώτες αποστολές στην Πολωνία, η οικογένεια της Ροζίνα Πάρδο αποφάσισε να αποδράσει από το γκέττο.

Σωτήρες τους έγιναν το ζευγάρι Γιώργος και Φαίδρα Καρακώτσου που ανέλαβαν να κρύψουν ολόκληρη την οικογένεια στο σπίτι τους στη οδό Τσιμισκή, στην καρδιά της πόλης. Η Ροζίνα και η αδελφή της Ντενίζ, άλλαξαν όνομα και έγιναν Ρούλα και Νίτσα. Από τη στιγμή εκείνη δεν θα ξεμύτιζαν πια από την κρυψώνα τους.

Τα παιδιά έβρισκαν καταφύγιο σε κόσμους της φαντασίας, στο γράψιμο του ημερολογίου και το παιχνίδι: «Ανεβαίναμε στην ταράτσα της Τσιμισκή 113 και παίζαμε «βαπόρι». Σκαρφαλωμένοι σε ένα πεζούλι το φανταζόμασταν καράβι και σαλπάραμε για μέρη μακρινά, θάλασσες και πελάγη, χώρες ελεύθερες χωρίς κατακτητές» θυμάται η Ροζίνα – Ρούλα. Η ίδια κρατούσε ένα ημερολόγιο όπου αποτυπώθηκε το κυρίαρχο αίσθημα του φόβου της αποκάλυψης και της σύλληψης. Από φόβο μήπως το τετράδιό της έπεφτε στα χέρια των Γερμανών και γινόταν η αιτία να προδοθούν η ίδια και η οικογένειά της, δεν ανέφερε πουθενά το αληθινό της όνομα. 548 ημέρες κράτησε η «αιχμαλωσία» αυτή. Η μεγάλη ημέρα ήταν 26η Οκτωβρίου 1944, όταν οι Γερμανοί εγκατέλειψαν τη Θεσσαλονίκη. Ακόμη και τότε όμως, όταν η Ροζίνα βγήκε για πρώτη φορά από την κρυψώνα της και αναγνωρίστηκε από ένα παλιό τους γείτονα, που τη φώναξε με το αληθινό όνομά της, πανικοβλήθηκε κι αμέσως έτρεξε να ξανακρυφτεί. Ο φόβος είχε γίνει πια δεύτερη φύση.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή