Ο Παναγιώτης Τζιώρτσας γεννήθηκε στο Τιθρώνιο Φθιώτιδας το 1926. Πατέρας του ήταν ο Λεωνίδας και μητέρα του η Δέσπω, το γένος Κουτσομπέλη. Είχε μία μεγαλύτερη αδερφή την Ευσταθία. Το καλοκαίρι του 1941, ο πατέρας του δέχτηκε να κρύψει τρεις δραπέτες βρετανούς στρατιώτες, Εβραίους από την Παλαιστίνη που είχαν καταταγεί στον βρετανικό στρατό, τον Ααρών Γερουσαλμί, τον Μοσέ Βαϊνμπάουμ και τον Ασέρ Σβαρτς. Για περίπου δύο χρόνια, η οικογένεια ανέλαβε τη διατροφή και τη φιλοξενία τους. Ο νεαρός τότε Παναγιώτης είχε αναλάβει να τους πηγαίνει καθημερινά φαγητό στην σπηλιά, στην οποία κρύβονταν κατά τη διάρκεια της μέρας. Επίσης, ο πατέρας του Παναγιώτη μεσολάβησε για να εκδοθούν […]ψεύτικες ταυτότητες, ενώ συνόδευσε τους δύο από τους τρεις στην Αθήνα, προκειμένου να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή. Στην Αθήνα βρήκαν σπίτια συγγενών τους για να τους φιλοξενήσουν, τις αδερφές Μαρία Χολέβα και Κλεοπάτρα Μίνου. Αν και οι τρεις στρατιώτες συνελήφθησαν από τις κατοχικές αρχές στην προσπάθειά τους να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη, κατάφεραν να επιβιώσουν. Μετά τον πόλεμο αναζήτησαν τους ανθρώπους που φρόντισαν να τους κρύψουν και κράτησαν σταθερά επαφές με την οικογένεια Τζιώρτσα. Tο Yad Vashem αναγνώρισε το 1968 τη Μαρία Χολέβα και την Κλεοπάτρα Μίνου ως Δίκαιους των Εθνών και το 1989, τον Λεωνίδα, τη Δέσπω και τον Παναγιώτη Τζιώρτσα.

Την συνέντευξη πήρε ο Ιάσονας Χανδρινός το 2009 στο σπίτι του στην Αθήνα.

Απόσπασμα της συνέντευξης:

Σώζοντας τρεις αγγλοεβραίους στρατιώτες

Κατέβηκαν στο πρώτο χωριό, δεν τους δεχτήκανε, [εκεί] φοβόντουσαν επειδής περνάγανε οι Γερμανοί. Έρχονται στο χωριό μας, στο Τιθρώνιο. […] Ένας γνωστός μας λέει στο μακαρίτη τον πατέρα μου «έχουνε έρθει κάτι Εγγλέζοι στρατιώτες. Πηδήξανε κάτω από το τραίνο και έχουν έρθει στο καφενείο, στο μαγαζί». Σηκώνεται ο πατέρας μου και πάει στο καφενείο και τους χαιρέτησε. […] Ήθελε να τους κρατήσει, αλλά δεν μπορούσε να συνεννοηθεί αν θέλουν. Είχαμε ένα κουμπάρο, είχε ζήσει στην Αμερική κι ήξερε τα εγγλέζικα. Μπαλωμένος λεγότανε. […] Μιλήσανε. «Γιώργο [ο Μπαλωμένος] πες τους θέλουν να καθίσουν στο σπίτι μου. Εγώ ευχαρίστως να τους φιλοξενήσω. Εμένα δε με ενδιαφέρει, ή το κάψουν ή δεν το κάψουν είναι το ίδιο, αλλά εγώ θέλω να βοηθήσω αυτούς τους ανθρώπους, αφού ήρθαν σε αυτό το σημείο. Το σπίτι ας το κάψουν, αλλά μην κάψουν το χωριό ολόκληρο». [Λένε κι αυτοί ότι] άμα θέλει ο μπαρμπα-Λεωνίδας δεχόμαστε να μείνουμε εδώ στο σπίτι. Πες τους, λέει πάλι,«θα μένουν εδώ στο σπίτι. Την ημέρα θα φεύγουν [… θα πηγαίνουν] σε ένα μέρος, σε μια σπηλιά. Θα τους πηγαίνει ο Πάνος». Πιτσιρικάς [εγώ], «Θα κάθονται όλη μέρα. Το μεσημέρι θα τους πηγαίνει [ο Πάνος] το φαγητό. Τα πάντα όλα. Και μόλις θα νυχτώνει, θα ‘ρχόνται στο σπίτι, θα κοιμώνται στο σπίτι. Και το πρωί θα φεύγουνε πάλι». Αυτή η δουλειά έγινε 1,5 χρόνο. Το ‘ξερε όλο το χωριό. Δεν τους πρόδωσε κανείς.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή