Βιογραφικό:

Μέλη της Ισραηλιτικής Κοινότητας των Τρικάλων, 1938.

Η Εσθήρ (Νάκη) Ματαθία-Μπέγα γεννήθηκε στα Τρίκαλα το 1927. Ήταν το μικρότερο παιδί της οικογένειας και είχε δύο αδερφές μεγαλύτερες, την Άννα και την Αλλέγρη. Ο πατέρας της, Ματαθίας Ματαθίας, ασκούσε διάφορα επαγγέλματα. Ήταν μικροπωλητής στις λαϊκές, έφτιαχνε νήματα κ.λπ. Η μητέρα της ονομαζόταν Μυριάμ (Μαρίκα). Το πατρικό της σπίτι βρισκόταν κοντά στην κεντρική πλατεία, ένα τετράγωνο μακριά από τη μεγάλη συναγωγή και ακριβώς απέναντι από τη μικρή συναγωγή. Στην Κατοχή, όταν ξεκίνησαν οι διώξεις, οι γυναίκες της οικογένειας κρύφτηκαν στο χωριό Κόρμποβο (σημερινά Λαγκάδια), ωστόσο συνέχισαν να πηγαινοέρχονται στα Τρίκαλα, όπου είχε παραμείνει ο πατέρας. Έτσι, πιθανόν μετά από προδοσία των γειτόνων τους, η Νάκη, η μητέρα της και οι δύο αδερφές της συνελήφθησαν μαζί με τους υπόλοιπους Εβραίους της πόλης στις 24 Μαρτίου του 1944 και οδηγήθηκαν στο Άουσβιτς-Μπιρκενάου. Κατά τις τελευταίες μέρες του πολέμου υποχρεώθηκε σε πορεία θανάτου. Ήταν η μόνη από τις γυναίκες της οικογένειάς της που επιβίωσε. Μετά την απελευθέρωση, ξαναβρήκε τον πατέρα της, ο οποίος ωστόσο σύντομα πέθανε. Μετά τον γάμο της με τον Αλμπέρτο Μπέγα εγκαταστάθηκαν στη Λάρισα, όπου ζει μέχρι σήμερα.

Την συνέντευξη πήρε η Ελένη Μπεζέ το 2016 στο σπίτι της στη Λάρισα.

Απόσπασμα της συνέντευξης:

Είσοδος στο Μπίρκεναου, ετών 17

Μόλις κατεβήκαμε από τα τραίνα κάναν διαλογή. Τους ηλικιωμένους τούς βάλαν στα αυτοκίνητα. Θα ανταμώστε [μας είπαν]. Εγώ με τις αδελφές μου μας πήγαν στο μπάνιο. Εκεί μόλις πήγαμε μας βάλαν τον αριθμό. Μας κουρέψαν. […] Μας βγάλαν τα ρούχα και μας έδωσαν ό,τι παλιόρουχα είχαν. Μετά πήγαμε στα καταλύματα. […] Μαζί με τις [μεγαλύτερες] αδερφές μου δεν την ξαναείδαμε ποτέ [τη μητέρα μας]. Την πήγαν αμέσως στο κρεματόριο. […] Πρώτα είμασταν μαζί. Ύστερα μας χωρίσαν […] Το πρωί μάς σηκώναν πέντε η ώρα που δεν είχε ξημερώσει ακόμη. Μας βάζαν πέντε πέντε στη γραμμή για να μας μετρήσουν. Απέλ, λεγόταν αυτό. […] Ύστερα μας χώριζαν σε διάφορες δουλειές. […] Η μία αδερφή μου ήταν πολύ ευαίσθητη. Αρρώστησε, πήγε στο νοσοκομείο. Μια γνωστή μού είπε ότι την είδε που πέθανε.

«Πορεία θανάτου»

Μετά μας πήγαν σε άλλο στρατόπεδο […] Έμπαιναν, έβγαιναν, δεν ήξεραν τι να μας κάνουν. Σε άλλα στρατόπεδα τους σκοτώσαν. Άλλους τους θάψαν ζωντανούς. Εμάς μας πήραν μαζί τους και βαδίζαμε πέντε πέντε στη σειρά. Πάντα, πάντα στη σειρά. Και στη δουλειά που πηγαίναμε και με βήμα βήμα. Και περνούσαμε μπροστά από το νοσοκομείο. Και στα νοσοκομεία ήταν σωροί από πτώματα για να τους μαζέψουν. [Κλαίει]. […] Πολλές που είχαν θάρρος φεύγαν.

Επιστροφή