Η οικογένεια του Μωϋσή Κωνσταντίνη ζούσε στην Αθήνα. Ο πατέρας του Κανάρης Κωνσταντίνης, ήταν Γενικός Επιθεωρητής των ΤΤΤ. Τα παιδιά, ο Μωϋσής και ο κατά τρία χρόνια μεγαλύτερος αδελφός του Δαυίδ, πήγαιναν στο σχολείο όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος. Τον πρώτο καιρό, που η Αθήνα βρέθηκε στην κατοχή των Ιταλών, σχεδόν τίποτα δεν άλλαξε για την οικογένεια.

Οι δυσκολίες άρχισαν τον Σεπτέμβριο του 1943. Η Ιταλία συνθηκολόγησε και οι Γερμανοί αντικατέστησαν τους Ιταλούς. Όταν εξεδόθη η διαταγή του Στρόοπ για την καταγραφή των Εβραίων της Αθήνας, η οικογένεια φρόντισε αμέσως να κρυφτεί. Το πρώτο σπίτι όπου κατέφυγαν ήταν στη Νέα Σμύρνη. Ένα επεισόδιο όμως με ένα Γερμανό στρατιώτη τα Χριστούγεννα, τους ανάγκασε να αλλάξουν διάφορες κρυψώνες. Στα διάφορα σπίτια που κρυβόντουσαν, έλεγαν πως ήταν συγγενείς των ιδιοκτητών από την επαρχία. Σε πολλά μέρη όταν μάθαιναν ότι ήταν Εβραίοι, αρνούνταν να τους δεχθούν ή τους έδιωχναν. Οι μετακινήσεις τους γινόταν πάντοτε με τα πόδια. Ένας νεαρός με ένα καρότσι τους βοηθούσε στη μεταφορά των ελαχίστων πραγμάτων τους. Κατέληξαν σε ένα σπίτι στην οδό Προμηθέως, στο τέρμα Αχαρνών. Ο πατέρας είχε ήδη φροντίσει να προμηθευτεί ταυτότητες με ψεύτικα χριστιανικά ονόματα. Ο Μωϋσής λεγόταν Δημήτρης Αρίκας και ο αδελφός του Βασίλης. Καταλάβαινε ότι ήταν πολύ σημαντικό να χρησιμοποιεί το ψεύτικο όνομα, πως δεν ήταν παιχνίδι. Απέφευγαν να κυκλοφορήσουν. Ο ήλιος τους έλειπε. Τις ατελείωτες ώρες του εγκλεισμού τους, έπαιζαν με διάφορα παιχνίδια δικής τους κατασκευής.

Μάθαιναν και πιάνο. Το ετήσιο ενδεικτικό του μαθητή Δημητρίου Αρίκα από το Διδασκαλείον κλειδοκυμβάλου υπάρχει ακόμη. Οι μόνες παρακινδυνεμένες έξοδοι του Μωϋσή ήταν οι εξορμήσεις για προμήθειες με την μητέρα του.

Περνούσαν πρώτα από το Χρηματιστήριο και χαλούσαν χρυσές λίρες. Πήγαιναν έπειτα στην οδό Ευρυπίδου και αγόραζαν ψωμί. Δελτία δεν είχαν, αφού κρύβονταν, και έπρεπε να το πληρώσουν. Έπαιρναν ακόμα ελιές, όσπρια και ό,τι άλλο έβρισκαν για να το μαγειρέψουν. Ο πατέρας του και ο μεγάλος του αδελφός δεν έβγαιναν σχεδόν ποτέ.

Προς το τέλος της Κατοχής ο Μωϋσής θυμάται πως έπεφταν στις εξορμήσεις του αυτές πάνω σε μάχες μεταξύ Ελασιτών και Γερμανών κοντά στη Βεΐκου. Προχωρούσαν τότε τρέχοντας στις παρόδους από πόρτα σε πόρτα για να αποφύγουν τις σφαίρες που σφύριζαν δίπλα τους.

Μια φορά κινδύνεψαν σοβαρά από έρευνα των Γερμανών που τους έψαχναν με τη συνεργασία ενός Εβραίου προδότη. Μπόρεσαν όμως να κρυφτούν και δεν τους βρήκαν. Κατέφυγαν μετά την προδοσία σε ένα σπίτι στο Γαλάτσι που τότε ήταν στις παρυφές της πόλης. Η Κατοχή πλησίαζε στο τέλος της. Εκεί πληροφορήθηκαν μια μέρα ότι οι Γερμανοί εγκατέλειπαν την Αθήνα. Πήγαν τότε μέχρι τη γωνία Λένορμαν και Παλαμηδίου και είδαν το σπίτι τους από μακριά. Την επόμενη κιόλας μέρα μάζεψαν τα ελάχιστα πράγματα που τους είχαν απομείνει και επέστρεψαν στο σπίτι. Τα υπάρχοντα τους είχαν διαρπαγεί, μπορούσαν όμως να ξαναρχίσουν τη ζωή τους ελεύθεροι και έχοντας γλυτώσει από τη φρικτή τύχη άλλων ομοθρήσκων τους.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή