Βιογραφικό:

Ο Μορδοχάι Μάγιο γεννήθηκε το 1928 στην Καστοριά. Και οι δύο του γονείς, ο Γιακώβ και η Ρίφκα, το γένος Φαρατζή, ήταν καστοριανοί Εβραίοι. Είχε δύο μικρότερες αδερφές, τη Λίλη και την Εστέρ. Ο πατέρας του ήταν έμπορος υφασμάτων και το πατρικό του σπίτι βρισκόταν στην περιοχή «Τούμπα». Η ζωή του Μορδοχάι ανατράπηκε ήδη από τις πρώτες στιγμές της κήρυξης του πολέμου. Αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο για να φροντίσει την οικογένεια, δεδομένης της επιστράτευσης. Τον Μάρτιο του 1944, οι γερμανικές αρχές κατοχής συνέλαβαν την οικογένειά του και τους εκτόπισαν στο Άουσβιτς-Μπίρκεναου. Εκτός από τον Μορδοχάι, όλοι δολοφονήθηκαν στην πρώτη διαλογή. Τον Ιανουάριο του 1945, καθώς ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε στο Άουσβιτς ο Μορδοχάι μεταφέρθηκε στο Μπέργκεν-Μπέλσεν, από όπου απελευθερώθηκε τον Απρίλιο του 1945 από τον βρετανικό στρατό. Επέστρεψε στην Καστοριά, όπου βρήκε την πατρική του περιουσία λεηλατημένη και το σπίτι του κατειλημμένο. Οι συνθήκες στην Καστοριά αμέσως μετά τον πόλεμο, την περίοδο της Λευκής Τρομοκρατίας, ήταν πολύ δύσκολες. Ο ίδιος φυλακίστηκε, επειδή τον φιλοξενούσε ένας φίλος του κομμουνιστής. Αργότερα, επιστρατεύθηκε και πολέμησε στον Γράμμο, όπου τραυματίστηκε. Το 1950 μετανάστευσε στο Ισραήλ. Υπηρέτησε για τρία χρόνια στο στρατό και το 1955 παντρεύτηκε τη Μάλκα, το γένος Μπεράχα, με καταγωγή από τη Βουλγαρία. Απέκτησαν τέσσερα παιδιά, τη Ρίφκα, τον Γιακώβ, τον Άβι και τη Λίλη.

Τη συνέντευξη πήρε ο Ιάσονας Χανδρινός το 2010, παρουσία του Αλέξη Μενεξιάδη, στο Τσουρ Μωσέ στο Ισραήλ.

Μέλη της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Καστοριάς, στο τοπικό νεκροταφείο, 1932.

Απόσπασμα της συνέντευξης:

Άφιξη

14 χρονών ήμουν στο Άουσβιτς. 182086. Ονόματα δεν είχε εκεί πέρα. Κανένας από την οικογένειά μου [δε γλύτωσε]. Μόνος μου γλύτωσα. Πώς γλύτωσα… Ο θείος μου [Γιοσέφ Φαρατζή], ο αδερφός της μάνας μου, όταν σταμάτησαν τα βαγόνια κοντά στο Άουσβιτς και στο Μπίρκεναου [και] ήφεραν ανθρώπους από το Άουσβιτς να βοηθήσουν τους γέρους, είπε μια κουβέντα «κανένας να μην πει ότι είναι άρρωστος». Ποιος ήξερε… Δεν έβλεπες τίποτε. Νόμισαν ότι είναι μακριά [το στρατόπεδο]. Ούτε από εδώ έβλεπες ούτε από εκεί. Κι όλοι σχεδόν πήγαν με το αυτοκίνητο. Ο θείος μου με πήρε στο χέρι του και βγήκαν 150 άτομα στη δουλειά και 70 γυναίκες. Και τους είπε ότι ήμουν τσαγκάρης. Πέντε μέρες έκατσα με τον θείο μου. […] Από εκεί με πήγαν στο λάγκερ για τη δουλειά. Μόνος μου. Εγώ και άλλοι 50 -60. Ο θείος μου έμεινε εκεί πέρα τσαγκάρης. Κι εγώ δούλευα. Εκεί πέρα φτιάχναμε σπίτια, δρόμους, κανάλια, πηγάδια. […] Μόνο να μη σε δει [ο Γερμανός] να κάθεσαι. Ήμουν εκεί εφτά μήνες.

Επιστροφή

Όταν γύρισα από τη Γερμανία [Άουσβιτς], πήγα στο σπίτι μου και αυτός που καθόταν μέσα ήταν από ένα χωριό [από] που είχε φύγει. Του λέω αυτό είναι το σπίτι μου. Κι αυτός, τι με λέει, ότι το σπίτι σου είναι στην Παλαιστίνη […] Το σπίτι σου είναι στην Παλαιστίνη, δεν είναι δικό σου το σπίτι. Έτσι με είπε.

Επιστροφή