Κατά το ξέσπασμα του ελληνοϊταλικού πολέμου το 1940, η δεκαετής Λίλιαν Μπενρουμπή ζούσε με τους γονείς της, Ισαάκ και Ντόρα, στην οδό Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη. Ο πατέρας της Λίλιαν, ο Ισαάκ, ρεαλιστής και προνοητικός μόνιμος κάτοικος της Θεσσαλονίκης, αποφάσισε το 1941 να προστατεύσει την οικογένειά του μεταφέροντας την Αθήνα, που βρισκόταν υπό ιταλική κατοχή. Δύο δωμάτια στο κέντρο της πόλης έγιναν το νέο τους σπίτι. Η Λίλιαν είχε ήδη εγγραφεί στο κοντινό σχολείο, έτσι ώστε να μην μείνει πίσω. Τα μαθήματα, η παρέα με τις συμμαθήτριες της και οι παιδικές τους τρέλες βοηθούσαν στη διατήρηση μιας κανονικής καθημερινότητας. Καθώς οι Γερμανοί είχαν ήδη αρχίσει να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες που δεν προοιώνιζαν τίποτα καλό, η μικρή Λίλιαν αναγκάστηκε να σταματήσει το σχολείο, ώστε να μην κυκλοφορεί πολύ. Για να χαθούν τα ίχνη τους ο Ισαάκ κανόνισε την έκδοση ψεύτικων ταυτοτήτων με χριστιανικά ονόματα, έτσι ώστε να είναι δύσκολο να εντοπιστούν. Ο ίδιος έγινε «Φώτης Μπουζούρης» και η σύζυγός του έγινε «Θεοδώρα», ενώ η Λίλιαν πήρε το όνομα «Λουκία Παπαδοπούλου». Ταυτόχρονα, άρχισαν να αναζητούν ένα νέο σπίτι σε μια άλλη περιοχή, όπου κανείς δεν θα τους γνώριζε. Ένας οικογενειακός φίλος, ο Αριστείδης Κεστεκίδης, τους πρόσφερε καταφύγιο στο σπίτι του. Μια πολύ δύσκολη περίοδος ακολούθησε την μικρή Λίλιαν. Κλεισμένη στο σπίτι, δεν έβγαινε παρά ελάχιστες φορές που και αυτές αποδείχτηκαν επικίνδυνες. Αναγκάστηκε να χάσει τη χρονιά της στο σχολείο. Καθώς όμως το σπίτι του Κεστεκίδη ήταν πάντα γεμάτο από ανθρώπους, είχε τουλάχιστον κάποια παρέα για να περνά τις ατελείωτες μέρες του εγκλεισμού. Η οικογένεια πέρασε ώρες αγωνίες, όταν μερικοί Γερμανοί εγκαταστάθηκαν σε ένα από τα δωμάτια του σπιτιού. Παρά την αρχική αγωνία, το γεγονός αποδείχθηκε ευεργετικό, καθώς κανείς δεν ήταν δυνατό να υποψιαστεί ότι κρύβονταν Εβραίοι σε ένα σπίτι όπου έμεναν Γερμανοί. Το κρησφύγετό τους όμως έγινε γνωστό. Έπρεπε να κινηθούν και πάλι. Στη δύσκολη αυτή ώρα βρέθηκε ακόμη ένας άνθρωπος , ο γιατρός Χρήστος Παπαγεωργίου που μετέτρεψε το σπίτι του σε άσυλο για την κατατρεγμένη οικογένεια. Στο σπίτι του γιατρού η κατάσταση ήταν ακόμα πιο δύσκολη: η οικογένεια έπρεπε να μένει απόλυτα σιωπηλή και ήσυχη κλεισμένη σε ένα δωμάτιο όλη μέρα, έτσι ώστε να μην κινήσουν την περιέργεια στους ασθενείς που επισκεπτόντουσαν το γιατρό καθημερινά. Η Λίλιαν είχε πια συνηθίσει να προσποιείται ότι ήταν συγγενής από τα Τρίκαλα. Αυτό το υποχρεωτικό κρύψιμό της όμως την έπνιγε. Μαζί με τα σημάδια της επερχόμενης απελευθέρωσης, η εγκυμοσύνη της συζύγου του γιατρού, της Κατίνας, έδινε σε όλους μια γεύση ελπίδας. Στις 12 Οκτωβρίου 1944 οι ελπίδες αυτές έγιναν πραγματικότητα: οι Γερμανοί αποχώρησαν από την Αθήνα, η Κατίνα γέννησε ένα αγοράκι και η οικογένεια Μπενρουμπή ήταν επιτέλους ελεύθερη.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή