Το Μουσείο είναι κλειστό

e-tickets

40 χρόνια ενεργής παρουσίας

Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2021
|

    “Λύχνος ἐντολὴ Νόμου καὶ φῶς, ὁδὸς ζωῆς”

    Λύχνος ἐντολὴ Νόμου καὶ φῶς, ὁδὸς ζωῆς”:

    Η εορτή των Φώτων (Χανουκά) με αφορμή δύο οκτάφωτες λυχνίες (χανουκιότ) από τη μόνιμη έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδος*.

    Η εορτή του Χανουκά εορτάζεται κάθε χρόνο και για οκτώ ημέρες, βάσει του εβραϊκού σεληνιακού ημερολογίου, την 25η ημέρα του μήνα Κισλέβ (Νοέμβριος – Δεκέμβριος). Για το έτος 2020, οι εορτασμοί ξεκινούν από τη δύση του ηλίου στις 10 Δεκεμβρίου και διαρκούν έως και τις 18 Δεκεμβρίου. Το Χανουκά ανήκει στις μικρότερες ή δευτερεύουσες εορτές του εβραϊκού ημερολογίου, όπως για παράδειγμα η εορτή των Κλήρων (Πουρίμ), η εορτή του Μετρήματος του Ομέρ (Λαγκ Μπα Όμερ) κ.ά. και συγκαταλέγεται ανάμεσα όχι στις βιβλικές, αλλά τις ιστορικές εορτές. Ωστόσο, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Nicholas de Lange (2010, 103) πρόκειται για μια σημαντική γιορτή καθώς σηματοδοτεί για τους Εβραίους την απελευθέρωση από τις διώξεις.

    Η εβραϊκή λέξη “Χανουκά – Chanukah” ετυμολογείται από τη ρίζα του εβραϊκού ρήματος חנך (= χανάκ) και μεταφράζεται ως εκπαιδεύω, αφιερώνω, εγκαινιάζω. Η ίδια, επομένως, η λέξη σηματοδοτεί και το νόημα της εορτής. Αναφέρεται, δηλαδή, στην νίκη των Μακκαβαίων το 164 προ κοινής εποχής(π.κ.ε)/π.Χ., με πρωτοστάτη τον Ιούδα τον Μακκαβαίο, υιό του Αρχιερέα του Ναού, Ματταθία Μπεν Ιωνάθαν, απέναντι στα ισχυρά στρατεύματα του Αντίοχου του Δ΄του Επιφανούς (βασίλειο των Σελευκιδών) και τον εκ νέου εγκαινιασμό του Ναού της Ιερουσαλήμ μετά από την τριετή ερήμωσή του. Χαρακτηριστικά γράφει ο Ιώσηπος στο έργο του Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία (ΧΙΙ 6.320-322):

    [320] ἔτυχεν δὲ ταῦτα κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν γίνεσθαι, καθ᾽ ἣν καὶ μετέπεσεν αὐτῶν ἡ ἅγιος θρησκεία εἰς βέβηλον καὶ κοινὴν συνήθειαν μετὰ ἔτη τρία· τὸν γὰρ ναὸν ἐρημωθέντα ὑπὸ Ἀντιόχου διαμεῖναι τοιοῦτον ἔτεσι συνέβη τρισίν· [321] ἔτει γὰρ πέμπτῳ καὶ τεσσαρακοστῷ καὶ ἑκατοστῷ ταῦτα περὶ τὸν ναὸν ἐγένετο, πέμπτῃ δὲ καὶ εἰκάδι τοῦ Ἀπελλαίου μηνὸς ὀλυμπιάδι ἑκατοστῇ καὶ πεντηκοστῇ καὶ τρίτῃ, ἀνενεώθη δὲ κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν πέμπτῃ καὶ εἰκοστῇ τοῦ Ἀπελλαίου μηνὸς ὀγδόῳ καὶ τεσσαρακοστῷ καὶ ἑκατοστῷ ἔτει ὀλυμπιάδι ἑκατοστῇ καὶ πεντηκοστῇ καὶ τετάρτῃ. [322] τὴν δ᾽ ἐρήμωσιν τοῦ ναοῦ συνέβη γενέσθαι κατὰ τὴν Δανιήλου προφητείαν πρὸ τετρακοσίων καὶ ὀκτὼ γενομένην ἐτῶν· ἐδήλωσεν γάρ, ὅτι Μακεδόνες καταλύσουσιν αὐτόν.

    Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, ΧΙΙ 6.320-322

    [Έτυχε μάλιστα τούτα τα πράγματα να γίνουν την ίδια ημέρα κατά την οποία, τρία χρόνια πριν, η θρησκεία τους είχε μεταπέσει σε βέβηλη και κοινή ιερουργία, διότι ο ναός αφού ερημώθηκε από τον Αντίοχο, είχε παραμείνει σ’ αυτή την κατάσταση επί τρία χρόνια· ήταν το εκατοστό τεσσαρακοστό πέμπτο έτος που έγιναν ετούτα στο ναό, την εικοστή πέμπτη ημέρα του μήνα Απελλαίου, κατά την εκατοστή πεντηκοστή τρίτη Ολυμπιάδα, ενώ η ανανέωσή του έγινε την ίδια ημέρα, την εικοστή πέμπτη του Απελλαίου, το εκατοστό τεσσερακοστό όγδοο έτος, κατά την εκατοστή πεντηκοστή τετάρτη Ολυμπιάδα. Όσο για την ερήμωσή του ναού επιβεβαίωσε την προφητεία του Δανιήλ, που είχε γράψει τετρακόσια οκτώ χρόνια πριν, διότι είχε προφητεύσει ότι οι Μακεδόνες θα τον κατέστρεφαν.]

    Μετάφραση κειμένου
    Ἰώσηπος – Άπαντα, Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία, τόμος ενδέκατος, Βιβλία ΙΑ´, ΙΒ´, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1997.


    Η αφιέρωση εκ νέου στο Ναό και το άναμμα της επτάφωτης λυχνίας (Μενορά) περιγράφονται γλαφυρά στο Α’ και Β΄ Βιβλίο των Μακκαβαίων
    (Μακκ. Α [4, 36-59] και Μακκ. Β [1, 8-36]) κατά την 25η ημέρα του μηνός Χασελεύ (Κισλέβ), ενώ και στη ραβινική γραμματεία γίνεται συχνά αναφορά στο γεγονός (Goodman 1976). Για πρώτη φορά, ωστόσο, στο Ταλμούδ (Shabbat 21b) γίνεται λόγος για το “θαύμα” που συντελέστηκε εντός του Ναού μετά την ανακατάληψή του από τους Μακκαβαίους. Σύμφωνα με την ραβινική παράδοση, όταν οι Μακκαβαίοι εισήλθαν στον ερειπωμένο ναό, βρήκαν ένα και μοναδικό σφραγισμένο δοχείο με “καθαρό” λάδι για το άναμμα της επτάφωτης λυχνίας στο εσωτερικό το οποίο όμως έφτανε για μόλις μία μέρα. Αφού το χρησιμοποίησαν για την τέλεση των λειτουργικών και πρακτικών αναγκών του Ναού, η επτάφωτη λυχνία τελικά παρέμεινε αναμμένη για οκτώ μέρες, δίδοντας έτσι χρόνο για την παρασκευή νέου και κατάλληλου λαδιού. Σε ανάμνηση, λοιπόν, αυτού, εορτάζεται το Χανουκά, με το άναμμα της οκτάφωτης (ή εννεάφωτης λυχνίας), η οποία καλείται χανουκιγιά (η χρήση κεριών υιοθετείται πολύ αργότερα πιθανώς από τον 19ο αιώνα). Σύμφωνα με το Ταλμούδ (Shabbat 21b), η Μιτσβά (Εντολή) του Χανουκά είναι να ανάβεται μια λυχνία (ή ένα κερί) για κάθε μία από τις οκτώ ημέρες από τον/την οικοδεσπότη για όλα τα μέλη της οικογένειας και το σπιτικό. Συχνά, το Χανουκά αναφέρεται και ως η εορτή των Εγκαινίων ή του Εγκαινιασμού, όρος που απαντάται για πρώτη φορά στο Κατά Ιωάννην (10, 22-23), όπου στο σχετικό εδάφιο αναφέρεται χαρακτηριστικά: (22. Ἐγένετο δὲ τὰ ἐγκαίνια ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοιςκαὶ χειμὼν ἦν· 23 καὶ περιεπάτει ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ ἐν τῇ στοᾷ τοῦ Σολομῶντος).

    Τέλος, στο παρακάτω απόσπασμα από το έργο του ιστορικού Φλάβιου Ιωσήπου πληροφορούμαστε για τις απαρχές της εορτής και των εθίμων του Χανουκά, την οποία όπως χαρακτηριστικά σημειώνει αποκαλούσαν «Φώτα».

    [323] Ἑώρταζε δὲ ὁ Ἰούδας μετὰ τῶν πολιτῶν τὴν ἀνάκτησιν τῆς περὶ τὸν ναὸν θυσίας ἐφ᾽ ἡμέρας ὀκτὼ μηδὲν ἀπολιπὼν ἡδονῆς εἶδος, ἀλλὰ πολυτελέσι μὲν καὶ λαμπραῖς ταῖς θυσίαις κατευωχῶν αὐτούς, ὕμνοις δὲ καὶ ψαλμοῖς τὸν μὲν θεὸν τιμῶν αὐτοὺς δὲ τέρπων. [324] τοσαύτῃ δ᾽ ἐχρήσαντο τῇ περὶ τὴν ἀνανέωσιν τῶν ἐθῶν ἡδονῇ μετὰ χρόνον πολὺν ἀπροσδοκήτως ἐν ἐξουσίᾳ γενόμενοι τῆς θρησκείας, ὡς νόμον θεῖναι τοῖς μετ᾽ αὐτοὺς ἑορτάζειν τὴν ἀνάκτησιν τῶν περὶ τὸν ναὸν ἐφ᾽ ἡμέρας ὀκτώ. [325] καὶ ἐξ ἐκείνου μέχρι τοῦ δεῦρο τὴν ἑορτὴν ἄγομεν καλοῦντες αὐτὴν φῶτα ἐκ τοῦ παρ᾽ ἐλπίδας οἶμαι ταύτην ἡμῖν φανῆναι τὴν ἐξουσίαν τὴν προσηγορίαν θέμενοι τῇ ἑορτῇ.

    Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, ΧΙΙ 7.323-325

    [Ο Ιούδας γιόρταζε μαζί με τους πολίτες την αποκατάσταση των θυσιών στον ναό επί οκτώ ημέρες, μη παραλείποντας καμία μορφή διασκέδασης και παραθέτοντας πολυτελή και λαμπρά τραπέζια με τα ιερά σφάγια, ενώ με ύμνους και ψαλμούς τιμούσε τον Θεό και τους ψυχαγωγούσε. Ήταν τόση η ευχαρίστηση που πήραν με την αναβίωση των εθίμων τους και με την μετά από πολύν καιρό αναπάντεχη ανάκτηση του δικαιώματος να θρησκεύονται, ώστε έθεσαν νόμο να εορτάζουν οι απόγονοί τους την αποκατάσταση της λειτουργίας του ναού επί οκτώ ημέρες. Από τότε διατηρούμε ετούτη τη γιορτή μέχρι τώρα, ονομάζοντάς την φώτα, δίνοντας της αυτή την ονομασία, νομίζω, εκ του ότι μας εμφανίστηκε αναπάντεχα τούτο το δικαίωμα.]

    Μετάφραση κειμένου
    Ἰώσηπος – Άπαντα, Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία, τόμος ενδέκατος, Βιβλία ΙΑ´, ΙΒ´, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1997.

    Eικ. 01 Χανουκία, οκτάφωτη λυχνία από την Πάτρα, 19ος – αρχές 20ού αιώνα, Συλλογή Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος.

    Στην μόνιμη εκθεσιακή συλλογή του Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδος, στην προθήκη του επιπέδου των εβραϊκών εορτών, εκτίθενται χαρακτηριστικά τεχνοτροπικά δείγματα οκτάφωτων λυχνιών, γνωστών και ως χανουκιγιότ (ενικός χανουκία ή χανουκιγιά) από τις εβραϊκές κοινότητες της Κέρκυρας, Πάτρας και Βέροιας, ανάμεσα σε άλλες. Οι χανουκιότ της συλλογής του Μουσείου αναδεικνύουν την ποικιλομορφία στην τεχνοτροπική απόδοση των λατρευτικών οικιακών και συναγωγικών σκευών στην Ελλάδα, καθώς συμπεριλαμβάνουν τύπους λυχνιών τόσο από τοπικά εργαστήρια όσο και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίοι ήταν ιδιαιτέρως δημοφιλείς στις ελληνοεβραϊκές οικογένειες. Ανάμεσα στις οκτάφωτες λυχνίες, ο επισκέπτης συναντά δύο χαρακτηριστικές λυχνίες λαδιού από την Πάτρα και τη Βέροια, αντιστοίχως.

    Η χυτή μπρούτζινη οκτάφωτη λυχνία (Χανουκία) από την Πάτρα (εικ.01) χρονολογείται μεταξύ του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (Μέρη – Burbeck 2013, 88-89). Πρόκειται για λυχνία λαδιού με οκτώ οριζόντιους, στρογγυλούς και οξύληκτους υποδοχείς που αποτελούν ταυτοχρόνως και τη βάση της λυχνίας. Η τεχνοτροπία των υποδοχέων λαδιού με τo χαρακτηριστικό στόμιο εκροής έλκουν πιθανότατα την καταγωγή τους από τις πήλινες, ακόσμητες, ανοιχτές λυχνίες λαδιού που απαντούν στα τέλη του 7ου και τις αρχές του 6ου αιώνα προ κοινής εποχής (π.κ.ε.)/π.Χ. σε ταφές στην Ιερουσαλήμ και αλλού (εικ.02).

    Εικ.02 Πήλινος ανοιχτός λύχνος λαδιού, τέλη του 7ου – αρχές 6ου π.κ.ε./π.Χ., Ketef Hinnom, Ιερουσαλήμ, Μουσείο του Ισραήλ – Israel Antiquities Authority.

    Το κάθετο μέρος, η πλάτη δηλαδή της λυχνίας, κοσμείται με σχηματοποιημένους οξυκόρυφους έλικες στις απολήξεις τους, μιμούμενο φυτικές συνθέσεις, ένα εικονογραφικό θέμα ιδιαιτέρως δημοφιλές και στις εβραϊκές κοινότητες της Βορείου Αφρικής, ενώ στις κεντρικές σπειροειδείς απολήξεις των ελίκων φέρει ένθετα κομβία. Στο κέντρο της ανθεμωτής, διάτριτης επίστεψης φέρει εγχάρακτη δίστιχη εβραϊκή επιγραφή με το όνομα Εμμανουέλ Ζακάρ (Μέρη – Burbeck 2013, 88), ενώ στο κέντρο του σχηματοποιημένου ανεστραμμένου τριγώνου, από τις γωνίες του οποίου ενώνονται το ανθέμιο της επίστεψης, ο ανθεμωτός κάλυκας της βάσης και τα φύλλα των ελίκων, φέρει εγχάρακτα στα εβραϊκά την στερεοτυπική φράση από τις Παροιμίαι Σολομῶντος (6, 23) «λύχνος ἐντολὴ Νόμου καὶ φῶς», σαφή αναφορά στην ευλογία των Φώτων (Μέρη – Burbeck 2013, ό.π.). Τέλος, στην αριστερή πλευρά (από το θεατή) διακρίνεται ένας επιπλέον υποδοχέας λαδιού, ο λεγόμενος σσαμάσς (βοηθός), ένας δηλαδή βοηθητικός υποδοχέας φυτιλιού ή κεριού με τη βοήθεια του οποίου πραγματοποιείται το άναμμα των οκτώ λυχνιών. Συχνά οι χανουκιότ τοποθετούνταν με τις λυχνίες αναμμένες κοντά στο παράθυρο ώστε να αντανακλάται το φως στο σκοτάδι ή αναρτούνταν με συνδέσμους στήριξης στον τοίχο (de Lange 2010, 103).

    Η χανουκία από την Πάτρα ανήκει σε έναν χαρακτηριστικό και πολύ διαδεδομένο κατά τον 19ο αιώνα τύπο λυχνίας, γνωστό και ως η “Λυχνία της Θεσσαλονίκης” (Μέρη – Burbeck 2013, ό.π.). Πρόκειται για έναν τύπο λυχνίας, ο οποίος κατασκευαζόταν στη Θεσσαλονίκη με ακριβώς το ίδιο τεχνοτροπικό σχήμα και τις ίδιες διαστάσεις (ύψος 28 εκ., μήκος 28 εκ.). Μία τέτοια χαρακτηριστική λυχνία από τη Θεσσαλονίκη, μπορεί να δει ο επισκέπτης στο Μουσείο του Ισραήλ (εικ. 03).

    Εικ.03 Χανουκία, οκτάφωτη λυχνία από τη Θεσσαλονίκη, 1845, Moυσείο του Ισραήλ, Ιερουσαλήμ.

    Πρόκειται – όπως μπορεί εύκολα κανείς να διακρίνει- ομοίως για χυτή, μπρούτζινη λυχνία, με οκτώ υποδοχείς λαδιού, όπου πέρα από τη στερεοτυπική φράση, φέρει εγχάρακτη εβραϊκή επιγραφή με το όνομα Μερ Γκανή και την εβραϊκή ημερομηνία 5605 (1845). Σε κάθε περίπτωση, προκαλεί ενδιαφέρον η συμπλήρωση των επιμέρους διακοσμητικών και λειτουργικών στοιχείων κατά την αντιπαραβολή των δύο λυχνιών, επιτρέποντας στους ερευνητές να αποκαταστήσουν με σχετική ασφάλεια τον πρωτότυπο τύπο της “Λυχνίας της Θεσσαλονίκης”.

    Εικ.04 Χανουκία, οκτάφωτη λυχνία από τη Βέροια, 1933, Συλλογή Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος.

    Η επόμενη οκτάφωτη λυχνία από την μόνιμη έκθεση του Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος προέρχεται από την εβραϊκή κοινότητα της Βέροιας (εικ.04). Πρόκειται για χανουκία καμωμένη από φύλλο μπρούτζου και πτυχωμένη με ειδικό εργαλείο (Μέρη – Burbeck 2013, 89). Η λυχνία αποτελείται από τρία κύρια στοιχεία. Μία οριζόντια σκάφη με εξωτερικές κάθετες πτυχώσεις, ώστε να συγκρατείται το λάδι που εγχύεται από το χείλος εκροής των οκτώ υποδοχέων· από τους υποδοχείς λαδιού με εσωτερικές πλευρικές πτυχώσεις (Μέρη – Burbeck 2013, 89) και την ημικυκλική συμπαγή πλάτη της λυχνίας, εφαπτόμενης κάθετα στην οριζόντια σκάφη. Στη κορυφή και κεντρικά του ημικυκλίου της πλάτης της χανουκίας έχει τοποθετεί έτερος υποδοχέας ως σσαμάσς (βοηθός). Η λυχνία στην εμπρόσθια επιφάνεια της πλάτης φέρει εναλλασόμενα στικτή και ανάγλυφη διακόσμηση, την οποία ορίζουν ομόκεντρα ημικύκλια. Εντός του ημικυκλίου που ορίζεται ταινιωτά από τις μικρές κάθετες και παράλληλες γραμμές των δύο έτερων, η λυχνία φέρει στικτή επιγραφή σε λαντίνο (ισπανο-εβραϊκή γλώσσα) στην οποία αναγράφεται «Δωρεά Αζαρία Χ. Σσαμπετάι, Χανουκά» (Μέρη – Βurbeck 2013, 89). 

    Στο κεντρικό ημικύκλιο φέρει με στικτή τεχνική το άστρο του Δαυίδ (Μαγκέν Νταβίντ) εντός του οποίου εγγράφεται πάλι με στικτή τεχνική ένα εξάφυλλος οξύληκτος ρόδακας, ενώ εντός των τεσσάρων εξωτερικών μικρότερων τριγώνων που σχηματίζονται από τα δύο κεντρικά τρίγωνα, που σχηματίζουν το μαγκέν νταβίντ διακρίνονται στικτές τελείες. Δεξιά και αριστερά του άστρου έχει φιλοτεχνηθεί ομοίως με στικτή τεχνική, η εβραϊκή ημερομηνία 5693, ήτοι 1933. Η χανουκία από τη Βέροια αποτελεί ένα από τα χαρακτηριστικά παραδείγματα της λαϊκής τέχνης της μεταλλοτεχνίας της Ελλάδας μεταξύ του 1920 και του 1940 (Μέρη – Burbeck 2013, 89).

    Πλείστα έθιμα συνοδεύουν τους εορτασμούς του Χανουκά σε όλες τις εβραϊκές κοινότητες με ιδιαίτερα γλυκίσματα και δώρα να ανταλλάσσονται κατά τη διάρκεια του οκταήμερου εορτασμού, διατηρώντας ζωντανή την παράδοση, αλλά κυρίως το βαθύτερο νόημα του Χανουκά, όπως αυτό εκφράστηκε στα λόγια του Αρχιερέα Ματταθία μπεν Ιωνάθαν έτσι όπως μας παραδίδονται από τον Ιώσηπο (Ιουδ. Αρχ., ΧΙΙ 3.281-282): “….να μείνετε σταθεροί και να αποδειχτείτε ανώτεροι οποιασδήποτε βίας ή εξαναγκασμού…Θνητό είναι το σώμα μας και φθαρτό, την αθανασία μόνο μέσα από την ανάμνηση των πράξεών μας μπορούμε να κατακτήσουμε”.

    *Θερμές ευχαριστίες οφείλονται στην επιμελήτρια του ΕΜΕ κα Χριστίνα Μέρη – Burbeck για τις πολύτιμες παρατηρήσεις και τα σχόλια.

    Λουδάρου Αναστασία
    Ερευνήτρια ΕΜΕ
    Αρχαιολόγος, Msc.
    Υποψ. Διδ. Αρχαίας Ιστορίας – ΑΠΘ
    © Εβραϊκό Μουσείο της Ελλάδος, 2020

    Βιβλιογραφία – Πηγές

    de Lange, N., An introduction to Judaism, second edition, Cambridge 2010.
    Rev. Dr. Pearl, C.- Rev. Brookes, S. R., Βασικές Αρχές του Ιουδαϊσμού, Αθήνα 1997.
    Μέρη – Burbeck, Χ., “Εορτές” στο: Οδηγός του Εβραϊκού Μουσείου της Ελλάδος, Αθήνα 2013.
    Goodman, P. (ed.), The Hanukkah Anthology, 1976.
    Το Ταλμούδ (Ἀνθολόγιο) σε μετάφραση της Ειρήνης Παπαδημητρίου και σε επιμέλεια της Ντίνας Σαμοθράκη, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2005.
    Η Καινή Διαθήκη, σε απόδοση των Π. Βασιλειάδη, Ι. Γαλάνη, Ι. Γαλίτη και Ι. Καραβιδόπουλο, Έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας.
    Ἰώσηπος – Ἰουδαϊκή Ἀρχαιολογία, Άπαντα, τόμος ενδέκατος, Βιβλία ΙΑ´, ΙΒ´, Εκδόσεις Κάκτος, Αθήνα 1997.

    Κατεβάστε το αρχείο εδώ.