Οι εβραϊκοί πληθυσμοί της Διασποράς δεν είχαν ενιαία, ομοιόμορφη ενδυμασία, η οποία να λειτουργεί αναγνωριστικά ή ταυτιστικά. Σε κάθε τόπο η ενδυμασία τους διαμορφωνόταν ακολουθώντας γενικούς όρους, όπως το κλίμα και τα τοπικά υλικά, επηρεαζόμενη από την παράδοση, αλλά και από τις επιβολές της εκάστοτε κρατούσας αρχής.

Έτσι συνέβη και στον ελλαδικό χώρο: με εξαίρεση τους Σεφαραδίτες της Θεσσαλονίκης με τις ισπανικές-μεσαιωνικές καταβολές, οι Εβραίοι, από την ύστερη αρχαιότητα, τα βυζαντινά και κατόπιν τα οθωμανικά χρόνια, ντύνονταν παρόμοια με τους αλλόδοξους συντοπίτες τους. Στην πολυπολιτισμική και πολυ-θρησκευτική Οθωμανική Αυτοκ-ρατορία οι ενδυματολογικοί τύποι καθορίζονταν συχνά από επίσημες σουλτανικές διατάξεις ή απα-γορεύσεις, που αφορούσαν, λ.χ., τα χρώματα ή τα υφάσματα. Τα ρούχα λειτούργησαν περισσότερο από ποτέ ως κώδικας επικοινωνίας, δηλώνοντας οικονομική, κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση, ηλικία, ακόμη και θρησκευτική πίστη. Από τον 16ο μέχρι τον 19ο αιώνα, ο συντηρητικός τζουμπές, το σκουρόχρωμο μακρύ πανωφόρι, επικράτησε για όλους τους άρρενες Oθωμανούς υπηκόους, άρα και για τους Εβραίους. Οι γυναίκες εκτός σπιτιού υποχρεωτικά φορούσαν ολόσωμο φερετζέ. Ιδιωτικά, και κυρίως σε σημαντικές θρησκευτικές ή κοινωνικές περιστάσεις, επιτρεπόταν να φορούν τα ιδιαίτερα ενδύματα της παράδοσής τους.

Οι Γιαννιώτες Εβραίοι δεν διαφοροποιούνταν ενδυματολογικά από τους χριστιανούς συντοπίτες τους. Σκουρόχρωμο μακρύ πανωφόρι, σταυρωτό εσωτερικό ένδυμα από πιο ελαφρύ ύφασμα, μακριά και τα δύο, φαρδύ ζωνάρι στη μέση, κεφαλόδεμα από τουρμπάνι γαλάζιο και φέσι ή καλπάκι, κίτρινα δερμάτινα υποδήματα, το τυπικό εβραϊκό ένδυμα, όχι μόνο των Γιαννιωτών, μα των περισσότερων Εβραίων των αστικών κέντρων. Οι Ρωμανιώτισσες των Ιωαννίνων δεν φορούσαν το περίφημο πιρπιρί, έναν χρυσοκέντητο επενδύτη, επάνω από το αντερί ή το φουστάνι τους, όπως οι Χριστιανές, αλλά ακολούθησαν έναν από τους παλιότερους τύπους οθωμανικής «αστικής» ενδυμασίας, που αποτελούνταν από το απαραίτητο μακρύ πουκάμισο, με κεντημένο το άνοιγμα του λαιμού, τα μανίκια και τον ποδόγυρο. Πάνω από αυτό φορούσαν το σαλβάρι ή τουμάνι, δηλαδή μια βράκα, φαρδιά και μακριά μέχρι τους αστραγάλους, από μετάξι ή στόφα. Στο κορμί φορούσαν αμάνικο γιλέκο. Το βασικό ένδυμα ήταν το μακρυμάνικο, σαφούς ανατολικής καταγωγής φόρεμα, το αντερί, κατακόρυφα ανοιχτό μπροστά, στενό στο κορμί, μα φαρδύ, με σούρες στην πλάτη, θυμίζοντας ρόμπα ή πανωφόρι με μανίκια. Στη μέση, πάνω από το αντερί, δενόταν μια πάνινη ζώστρα και πάνω από αυτή, μια συρματερή ζώνη με κλειδωτάρια. Η παλιότερη εκδοχή της γιαννιώτικης φορεσιάς είχε ίσως και ποδιά, για τελετουργικούς ή διακοσμητικούς και όχι για πρακτικούς λόγους, δεδομένου του αστικού περιβάλλοντος των Ιωαννίνων. Στο κεφάλι στερέωναν φέσι, που συγκρατούσαν με μαντήλι τυλιγμένο γύρω του και με χρυσοκέντητο υποσιαγώνιο. Το φέσι συνήθως στόλιζε αργυρό τεπελίκι και φούντα από χρυσό τιρτίρι, αν και ο στολισμός του φεσιού ήταν ανάλογος της οικονομικής και της κοινωνικής κατάστασης της γυναίκας.

Το παραδοσιακό ενδυματολογικό ιδίωμα άρχισε να εξασθενεί μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, και κυρίως στις αρχές του 20ού, ακολουθώντας τις ιστορικές εξελίξεις: αποσύνθεση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στενότερες σχέσεις με τη Δύση, εκσυγχρονισμός του νέου ελληνικού κράτους, ανάπτυξη αστικής κοινωνίας και νοοτροπίας. Το γενικότερο ρεύμα συχνά ενθάρρυναν από νωρίς και οπωσδήποτε ακολούθησαν οι πιο ανοιχτοί από τους Εβραίους των Ιωαννίνων. Οι παραδοσιακές ενδυμασίες έπαψαν οριστικά να είναι ζωντανό κομμάτι της καθημερινότητας με το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή