Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, τα Ιωάννινα υπήρξαν το διοικητικό κέντρο της δυτικής εσχατιάς του οθωμανικού κράτους, μιας περιοχής που βίωνε ανασφάλεια και πολιτικές εντάσεις. Ήταν ταυτοχρόνως το οικονομικό επίκεντρο μιας μεγάλης αγροτικής περιφέρειας, της οποίας συντόνιζε τις συναλλαγές με τον υπόλοιπο κόσμο. Από παραγωγική άποψη, η πόλη διακρινόταν στους κλάδους της καλλιτεχνικής μεταλλοτεχνίας και ραπτικής, με τους οποίους ασχολούνταν η πλειονότητα των βιοτεχνών. Όμως, οι αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες επηρέαζαν δυσμενώς τη ζήτηση της τοπικής παραγωγής. Η διεθνής οικονομική κρίση στα 1906-1907 οδήγησε και τους Ιωαννίτες –μαζί με πολλούς άλλους Βαλκάνιους– σε μαζική μετανάστευση στην Αμερική, κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες. Έτσι, η πληθυσμιακή αύξηση που είχε σημειωθεί στον 19ο αιώνα, ανακόπηκε. Αυτό ισχύει λιγότερο για την εβραϊκή κοινότητα της πόλης που, παρά τη μετανάστευση, στα 1913 αριθμούσε 14% του πληθυσμού, έναντι 10% το 1830.

Ήταν μια κοινότητα με ιστορία αιώνων, ελληνόφωνη, με ιδιαίτερα και πλούσια πολιτισμικά χαρακτηριστικά. Απαρτιζόταν κυρίως από τεχνίτες και μικρεμπόρους, αν και μετά το 1904 –οπότε και άρχισε να λειτουργεί η σχολή της Alliance Israélite Universelle– αναδείχθηκαν αρκετοί επαγγελματίες. Η ένταξη των Ιωαννίνων στο ελληνικό κράτος διαφοροποίησε την πληθυσμιακή σύνθεση και τον οικονομικό ρόλο της πόλης. Αρκετές εβραϊκές οικογένειες μετανάστευσαν, στην Αθήνα και αλλού. Το μέγεθος της εβραϊκής κοινότητας, όπως και ολόκληρης της πόλης, παρέμεινε σταθερό ανάμεσα στις απογραφές του 1928 και του 1940, οπότε και οι Ιωαννίτες, Χριστιανοί και Εβραίοι, κλήθηκαν από τους πρώτους –λόγω εγγύτητας– να υπηρετήσουν στο αλβανικό μέτωπο.

Το 1944, μετά και από τις άλλες δοκιμασίες της Κατοχής, οι Εβραίοι των Ιωαννίνων εκτοπίστηκαν βίαια από τις γερμανικές αρχές στην Πολωνία. Εννιά στους δέκα δεν επέστρεψαν από τα στρατόπεδα θανάτου.

 

Επιστροφή