Η εβραϊκή κοινότητα των Ιωαννίνων άκμασε στις αρχές του 19ου αιώνα, όταν η πόλη βρισκόταν υπό την εξουσία του Αλή Πασά (1788-1822). Πολλά μέλη της κοινότητας εργάστηκαν στον διοικητικό τομέα, το εμπόριο άνθησε, η βιοτεχνία προωθήθηκε, ο εβραϊκός, όπως και ο υπόλοιπος πληθυσμός της πόλης, αυξήθηκε και επεκτάθηκε η κατοίκηση και εκτός του Κάστρου. Η κρίση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η οποία στις αρχές του 20ού αιώνα δοκιμαζόταν από εσωτερικές πολιτικές τριβές και συνεχή εθνικιστικά και αυτονομιστικά κινήματα και έχανε εδάφη και πληθυσμό, έγινε αισθητή και στα Γιάννενα. Οικονομικά προβλήματα, χαμηλό βιοτικό επίπεδο, διαξιφισμοί μεταξύ αλλόδοξων συμβιωτικών κοινοτήτων επηρέαζαν Εβραίους, χριστιανούς, μουσουλμάνους.

Οι 4.000 Εβραίοι, που ζούσαν τότε στα Γιάννενα, αντιμετώπισαν και αυτοί αντίστοιχα προβλήματα. Υπήρχε έντονη ανάγκη σύγχρονης γνώσης και επαγγελματικής κατάρτισης, κάτι που επιχείρησαν, και σε σημαντικό βαθμό πέτυχαν, τα σχολεία που από το 1904 ίδρυσε η Alliance Israélite Universelle, καθώς και διάφοροι κοινοτικοί σύλλογοι που συστήθηκαν με πρωτοβουλία ιδιωτών. Αποτέλεσμα της κρίσης ήταν ότι τμήμα του εβραϊκού πληθυσμού των Ιωαννίνων, ακολουθώντας τη συνολική τάση του ελληνικού πληθυσμού για μετανάστευση, έφυγε προς τις Η.Π.Α. και την Παλαιστίνη.

Τέτοια ήταν η γενική κατάσταση της κοινότητας, όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-1913), οι οποίοι έληξαν με την απελευθέρωση των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913 από τον ελληνικό στρατό και την ένταξη της πόλης, καθώς και του μεγαλύτερου μέρους της Ηπείρου, στο ελληνικό κράτος.

Με την απελευθέρωση η περιοχή έσπευσε, παρ’ όλα τα προβλήματα, να ακολουθήσει τους ρυθμούς και τους μετασχηματισμούς της υπόλοιπης Ελλάδας. Οι Εβραίοι της πόλης συμμετείχαν ενεργά στην κοινωνική και στην πολιτική ζωή της τοπικής κοινωνίας, και γενικότερα της χώρας. Υποστήριζαν, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες, το όραμα του Βενιζέλου για μια Μεγάλη Ελλάδα, κάτι που φάνηκε εμπράκτως με τη στράτευση αρκετών Εβραίων στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Μέχρι το 1940, οι Εβραίοι της πόλης ζούσαν ειρηνικά και σε αρμονία με τους χριστιανούς συμπολίτες τους, με εξαίρεση μεμονωμένες περιπτώσεις. Μοιράζονταν τις ίδιες χαρές και λύπες, τα ίδια προβλήματα και ελπίδες, είχαν πλήρη συναίσθηση της ελληνικότητάς τους, ενώ παράλληλα συντηρούσαν και την εβραϊκή τους ταυτότητα μέσα από ιδιαίτερες μορφές καθημερινότητας.

Δείτε την Ψηφιακή Παρουσίαση

Επιστροφή