Βιογραφικά:

Η μοναχή Ζερμαίν ντι Καρμέλ μαζί με τις δίδυμες αδελφές Κοέν.

Η Παλόμπα (Παυλίνα) Ματαθία (ΠΜ) γεννήθηκε το 1937 στη Θεσσαλονίκη μαζί με τη δίδυμη αδερφή της Ρικέττα (Ρίνα) Κοέν (ΡΚ). Η οικογένεια απέκτησε δύο χρόνια αργότερα και μία τρίτη κόρη, τη Βίδα-Βέτα Μιωνή (ΒΜ). Η οικογένεια ήταν ευκατάστατη και ζούσε στο κέντρο της πόλης, στην οδό Τσιμισκή. Ο πατέρας τους, Σαμπετάι Κοέν, ήταν έμπορος νημάτων με καταγωγή από το Μοναστήρι, γιουγκοσλαβικής υπηκοότητας, εγκατεστημένος όμως οικογενειακά στη Θεσσαλονίκη. Μητέρα τους ήταν η Ζερμαίν, το γένος Ματαλών, τη οποίας ο πατέρας ήταν γιατρός με καταγωγή από τη Λάρισα. Στη διάρκεια τη Κατοχής, η οικογένεια εγκλείσθηκε στο γκέτο της Συγγρού με τη δραστήρια όμως αποφασιστικότητα του παππού Ματαλών διέφυγε με καΐκι από τη Μηχανιώνα και κατέφυγε στην Αθήνα. Αρχικά, οι γονείς τη νοίκιασαν ένα σπίτι, αντιλήφθηκαν όμως ότι οι γείτονές τους σκόπευαν να τους καταδώσουν. Τότε αναζήτησαν προστασία στο μοναστήρι των ελληνόρρυθμων καθολικών στην οδό Αχαρνών. Για περισσότερη προστασία τα τρία κορίτσια της οικογένειας τοποθετήθηκαν στο οικοτροφείο του Saint Joseph στην οδό Χαριλάου Τρικούπη. Παρά τις προσπάθειές τους, όμως, οι γονείς τη Βέτας συνελήφθησαν και εκτοπίστηκαν στο Άουσβιτς από το οποίο κατάφερε να επιστρέψει μόνο η μητέρα τους. Μετά την απελευθέρωση, η οικογένεια εγκαταστάθηκε και πάλι στη Θεσσαλονίκη. Η Παυλίνα Ματαθία σπούδασε στην Αμερική και έγινε καθηγήτρια στη Σχολή Κοινωνικής Εργασίας (ΤΕΙ Αθηνών). Παντρεύτηκε τον Μωϋσή Ματαθία και απέκτησε τρία παιδιά, τον Ανδρέα, την Καρολίνα και τον Αλέξανδρο. Η Βέτα Μιωνή σπούδασε στην Ελβετία σε σχολή διερμηνέων και στη συνέχεια εργάστηκε στο εμπορικό τμήμα της πρεσβείας του Ισραήλ. Το 1967 παντρεύτηκε τον Χαΐμ-Βίκτωρα Μιωνή. Η Ρικέττα Κοέν έγινε φυσιοθεραπεύτρια και εργάστηκε στο νοσοκομείο παίδων «Αγία Σοφία».

Απόσπασμα της συνέντευξης:

Στην κρυψώνα

ΒΜ: Η μητέρα μου σκέφτηκε ότι δεν ήταν σοφό να κρυβόμαστε όλοι μαζί κι αποφάσισε ότι τα παιδιά θα έπρεπε να τα βάλει στις καλόγριες. Οπότε πήγαν στις καλόγριες, SaintJoseph στη Χαριλάου Τρικούπη. Πήγε εκεί, μίλησε με τις καλόγριες, κι οι καλόγριες δέχτηκαν να πάρουν τις δυο αδερφές μου, αλλά εγώ ήμουν πολύ μικρή και δε με θέλανε. Και βρέθηκε μια καλόγρια, η soeur Marie du Carmel, η οποία είπε «δεν πειράζει, θα την αναλάβω εγώ». Πλήρωνε βεβαίως η μητέρα μου, κανονικά σαν σχολείο. Και μείναμε στις καλόγριες. Κι εκεί η μαμά ερχόταν και μας έβλεπε πάρα πολύ συχνά.

ΡΚ: Τα απογεύματα έρχονταν και μας βλέπανε η μαμά κι ο μπαμπάς. […] Από εκεί έχουμε αρκετές εικόνες. Περνούσαμε ωραία. […] Είχε μια εσωτερική αυλή, ήταν τα ορφανά που ήταν σε μια πίσω αυλή, πηγαίναμε στην εκκλησία, γυαλίζαμε τα μπρούντζα.

ΒΜ. Εμείς στην Κατοχή, μπορώ να πω, είμασταν αρκετά προστατευμένες από ανθρώπους που μας αγαπούσαν. Φρόντισαν η μητέρα και ο πατέρας μας να μη μας λείψει τίποτα. Ακόμη κι όταν τους πιάσαν οι Γερμανοί, είχαν μείνει πίσω χρήματα, με τα οποία εμείς συντηρηθήκαμε. […]

ΠΜ: Αυτά τα διαχειριζόταν η Ελένη Τουμπακάρη. Παρόλ’ αυτά βέβαια ήταν Κατοχή. Φαγητό δεν υπήρχε. Στις καλόγριες μας δίνανε ρεβίθια με μαμούνια. Έκανα να φάω ρεβίθια καμιά τριανταριά χρόνια. Το ωραίο φαγητό που μας δίνανε ήταν παντζάρια με σκόρδο.

Οι αδελφές Κοέν σήμερα.

 

Επιστροφή